Στην περιοχή «Άγιος Ηλίας», στον μυχό της λιμνοθάλασσας του Αιτωλικού, έχει εντοπιστεί σημαντική ομάδα μυκηναϊκών τάφων, ενώ πιθανολογείται και ύπαρξη σύγχρονου οικισμού, λόγω της στρατηγικής θέσης. Το νεκροταφείο περιλάμβανε τέσσερις θολωτούς τάφους και έναν θαλαμοειδή, που δεν σώζεται. Οι τρεις θολωτοί βρίσκονται στη θέση Μαραθιά, ενώ ο μεγαλύτερος, με διάμετρο 5,25 μ., στη θέση Σερεμέτι. Χαρακτηριστικό των τάφων της Μαραθιάς είναι η απουσία στένωσης στο στόμιο της εισόδου. Παρά τη σύλησή τους, απέδωσαν πλούσια κτερίσματα, που μαρτυρούν επαφές με Ανατολή, Βορρά και Δύση. Πρόκειται για οικογενειακούς τάφους υψηλής τεχνικής, με αρχιτεκτονικές ιδιαιτερότητες, που χρησιμοποιήθηκαν από τα τέλη του 15ου έως τον 12ο αιώνα π.Χ.
Ο θολωτός τάφος του Τιθρωνίου αποτελεί το πρώτο και μοναδικό, έως τώρα, δείγμα αυτού του είδους μνημειακής ταφικής αρχιτεκτονικής, της μυκηναϊκής εποχής στη Φθιώτιδα. Έχει διάμετρο θόλου 8,4μ., αλλά δεν φαίνεται να διέθετε δρόμο. Ο τάφος χρονολογείται στην ανακτορική περίοδο (14ος-13ος αιώνας π.Χ.) και βρέθηκε συλημένος. Ανάμεσα στα λίγα ευρήματα που εντοπίστηκαν είναι χάντρες από χρυσό και υαλόμαζα, χαύλιοι από κράνη, δύο σφραγιδόλιθοι και χρυσός σφηκωτήρας. Ο τάφος επαναχρησιμοποιήθηκε στους ρωμαϊκούς χρόνους και ειδικότερα από τον 1ο αι. π.Χ. μέχρι και τον 3ο αι. μ.Χ. Η ύπαρξη του θολωτού τάφου στην περιοχή αυτή, σε συνδυασμό με τις ολοένα και αυξανόμενες ανασκαμμένες θέσεις της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, καταδεικνύουν την ύπαρξη ισχυρών τοπικών ελίτ, αλλά και την εξάπλωση του μυκηναϊκού πολιτισμού και σε αυτό το τμήμα της κεντρικής Ελλάδας.
Η Μονή Παναγίας Μαυριώτισσας, στις όχθες της λίμνης κοντά στην Καστοριά, ιδρύθηκε πιθανότατα μεταξύ 11ου και μέσων 12ου αιώνα και συνδέεται με τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό, μετά την εκδίωξη των Νορμανδών το 1083. Σήμερα σώζονται το καθολικό, το παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, το ηγουμενείο, κελιά, καμπαναριό και ξενώνας. Το καθολικό, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, είναι μονόχωρος ξυλόστεγος ναός με μεταγενέστερη λιτή και διατηρεί τοιχογραφίες κυρίως των αρχών του 13ου αιώνα. Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι εξωτερικές τοιχογραφίες, με τη Ρίζα του Ιεσσαί και μορφές αυτοκρατόρων, που συνδέονται με την πολιτική προβολή του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου. Το 1552 προστέθηκε το παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννη, διακοσμημένο από τον ζωγράφο Ευστάθιο Ιακώβου.
Στην περιοχή του Αγίου Θωμά έχουν εντοπιστεί κατάλοιπα οικισμού των πρωτογεωμετρικών χρόνων, της ελληνιστικής πόλης Αλίκυρνας και ρωμαϊκού λουτρικού συγκροτήματος. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, παρότι η περιοχή φαίνεται να είχε εν μέρει ερημώσει, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, λειτούργησαν οργανωμένες θέρμες, πιθανόν συνδεδεμένες με τη Via Romana που ένωνε τη Νικόπολη με την Πάτρα. Το συγκρότημα, που χρονολογείται στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ., καταστράφηκε από σεισμό το 551 μ.Χ. και αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως χριστιανικό νεκροταφείο. Περιλάμβανε τρία βασικά δωμάτια: το frigidarium (κρύο λουτρό), το tepidarium με κυλινδρικούς λουτήρες και το caldarium για θερμά λουτρά. Το νερό αποθηκευόταν σε δεξαμενές και θερμαινόταν στο praefurnium, ενώ υπήρχαν και βοηθητικοί χώροι, όπως αποδυτήριο και αίθουσα εφίδρωσης.
Λόγω της στρατηγικής του θέσης, το φρούριο γνώρισε διαδοχικές καταστροφές, ανακατασκευές και επισκευές από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα, όταν έλαβε την τελική του μορφή. Η οχύρωση ακολουθεί τη φυσική διαμόρφωση του εδάφους και περιβάλλεται από θάλασσα στις τρεις πλευρές. Η κάτοψη είναι ακανόνιστο ρομβοειδές πολύγωνο, με επιχωμένους πολυγωνικούς προμαχώνες στις γωνίες. Η κύρια είσοδος ανοίγεται στον βόρειο προμαχώνα και οδηγεί στο εσωτερικό μέσω καμαροσκέπαστου διαδρόμου με θολωτά φυλάκια εκατέρωθεν. Σήμερα διατηρούνται τα περιμετρικά τείχη και οι προμαχώνες, ενώ στο εσωτερικό δεν σώζονται κτίσματα. Η κίνηση προς τον περίδρομο και τις επάλξεις γινόταν με κεκλιμένα επίπεδα και κλίμακες. Στη νότια πλευρά βρίσκεται ο κύριος προμαχώνας-κανονιοστάσιο με έξι κανονιοθυρίδες προς το θαλάσσιο πέρασμα, ενώ δύο μικρότεροι προμαχώνες ενισχύουν τα ανατολικά και δυτικά τείχη. Στην πλευρά της ενδοχώρας υπήρχε ένυδρη τάφρος, σήμερα καλυμμένη από τις επιχώσεις του σύγχρονου λιμανιού.
Η Πλευρώνα, πόλη της Αιτωλίας γνωστή στον Όμηρο ως πόλη των Κουρητών, αποτέλεσε σημαντικό τοπόσημο για τους αποίκους του 8ου και 7ου αιώνα π.Χ. προς την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία. Μνημονεύεται στον Νηών Κατάλογο και συνδέεται με το κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου. Η αρχική της θέση εντοπίζεται στους λόφους Γυφτόκαστρο και Πετροβούνι. Περί το 230 π.Χ. καταστράφηκε από τον Δημήτριο Β΄ και επανιδρύθηκε βορειότερα. Η ελληνιστική πόλη υπήρξε οργανωμένο αστικό κέντρο με αγορά, δημόσια κτήρια, οικίες, λουτρά και σύστημα ύδρευσης. Τα ισχυρά τείχη της, μήκους περίπου 2.360 μ., με πύργους και πύλες, διατηρούνται σε μεγάλο ύψος. Το θέατρο του τέλους του 3ου αιώνα π.Χ. εφάπτεται στο τείχος, ενώ σημαντική είναι και η μεγάλη λαξευτή δεξαμενή νερού. Η Πλευρώνα εγκαταλείφθηκε μετά τη ναυμαχία του Ακτίου το 31 π.Χ., όταν οι κάτοικοι μεταφέρθηκαν στη Νικόπολη.
Η ιστορία του φρουρίου ξεκινά το 1499, όταν ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Β’, μετά την κατάκτηση της Ναυπάκτου από τους Οθωμανούς, αποφάσισε να οχυρώσει το στενό θαλάσσιο πέρασμα από το Ιόνιο στον Κορινθιακό κόλπο με την ανέγερση των φρουρίων του Ρίου και του Αντιρρίου, κατά το πρότυπο των δύο φρουρίων που κατασκεύασε ο Μωάμεθ ο Κατακτητής στον Βόσπορο πριν την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, αλλά και στα Δαρδανέλλια μετά την άλωση. Βασικός στόχος ήταν η προστασία της Ναυπάκτου και του στενού θαλάσσιου περάσματος με την παρεμπόδιση της διέλευσης εχθρικών πλοίων εν μέσω διασταυρούμενων πυρών. Γι’ αυτό, τα δύο φρούρια, γνωστά από τις πηγές και ως Μικρά Δαρδανέλλια ή Δαρδανέλλια της Ναυπάκτου, κατασκευάστηκαν μικρά σε έκταση και χωρίς πολλές εγκαταστάσεις στο εσωτερικό τους.
Ο μυκηναϊκός θολωτός τάφος, γνωστός ως τάφος του Μινύα, από το όνομα του μυθικού βασιλιά του Ορχομενού, είναι ένα από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα μνημεία του είδους του, εφάμιλλο του Θησαυρού του Ατρέα στις Μυκήνες. Η μνημειακότητα της κατασκευής, όπως αντικατοπτρίζεται στην επιμελημένη ισόδομη τοιχοποιία του δρόμου, στο μονολιθικό υπέρθυρο του στομίου μήκους 6μ., στη διακόσμηση με χάλκινους ρόδακες που έφερε η είσοδος και ο ταφικός θάλαμος και, φυσικά, η μοναδική ανάγλυφη διακόσμηση της οροφής του πλευρικού δωματίου δεν αφήνουν αμφιβολίες για τον ηγεμονικό χαρακτήρα του Ορχομενού. Το μνημείο ήταν ορατό και φημισμένογια πολλούς αιώνες μετά την αρχική του χρήση και φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκεως τόπος λατρείας κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, οπότε και χρονολογείται τομαρμάρινο βάθρο που βρίσκεται σήμερα στο κέντρο του ταφικού θαλάμου.
Ο Λόγγος είναι η Κάτω πόλη της αρχαίας Έδεσσας, χτισμένη στην πεδινή περιοχή κάτω από τον βράχο της σημερινής πόλης. Εδώ η Έδεσσα αναπτύχθηκε ήδη από τους ελληνιστικούς χρόνους ως οργανωμένο αστικό κέντρο, με οχύρωση, δρόμους, κατοικίες και δημόσια κτήρια. Η θέση της ήταν κομβική, καθώς από την περιοχή περνούσε η Εγνατία οδός, ενισχύοντας την κίνηση ανθρώπων, προϊόντων και ιδεών. Κατά τους ρωμαϊκούς και παλαιοχριστιανικούς χρόνους ο Λόγγος γνώρισε ιδιαίτερη ακμή. Οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει εκτεταμένα οικιστικά κατάλοιπα, επιγραφές, λουτρικά συγκροτήματα και παλαιοχριστιανικές βασιλικές. Από τα τέλη του 6ου και τις αρχές του 7ου αιώνα μ.Χ., η Κάτω πόλη άρχισε να εγκαταλείπεται και η κατοίκηση περιορίστηκε στην οχυρωμένη Άνω πόλη, τα βυζαντινά Βοδενά.
The Octagon at Philippi was the most important Christian building in the city and is associated with the cult of the Apostle Paul. It was built around AD 400 on the site of an earlier place of worship, and takes its name from its octagonal plan. Its interior featured marble columns and polychrome floors, reflecting the monument's significance and grandeur.
Ο αρχαιολογικός χώρος της Ρεντίνας, περίπου 70 χλμ. βορειοανατολικά της Θεσσαλονίκης, αποτελεί έναν βυζαντινό οχυρωμένο οικισμό, γνωστό τοπικά ως Πυργούδια. Βρίσκεται σε στρατηγική θέση, στην είσοδο των «Μακεδονικών Τεμπών», ελέγχοντας το μοναδικό πέρασμα από τη Μακεδονία προς τη Θράκη. Η περιοχή, με διαχρονική κατοίκηση από την προϊστορία, εντασσόταν σε οργανωμένο αμυντικό δίκτυο που προστάτευε την ευρύτερη ζώνη και λειτουργούσε ως προκάλυψη της Θεσσαλονίκης. Παράλληλα, επόπτευε την Εγνατία οδό, βασικό άξονα επικοινωνίας ήδη από την αρχαιότητα. Η κλεισούρα της Ρεντίνας, ανάμεσα στα βουνά Κερδύλλιο και Στρατωνικό, διαρρέεται από τον Ρήχιο ποταμό και διακρίνεται για το φυσικό της κάλλος, που παραμένει αναλλοίωτο από την εποχή του ιστορικού Προκοπίου.
Tο κάστρο βρίσκεται σε βραχώδη κορυφή λόφου, λίγα χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Νεάπολης Βοιών. Από αυτήν τη φυσικά οχυρή θέση εποπτεύει την πεδιάδα των Βατίκων και την είσοδο του Λακωνικού κόλπου. Εξαιτίας των απότομων κλίσεων του υψώματος, η πρόσβαση είναι εφικτή μόνο από τη βόρεια πλευρά, από την οποία ξεκινά το μονοπάτι που καταλήγει στην είσοδο του κάστρου. Διατηρεί τη μεσαιωνική του ονομασία, η οποία απαντά για πρώτη φορά στην ελληνική παραλλαγή του Χρονικού του Μορέως. Κτισμένο αρχικά ως μικρό οχυρό, με στρατιωτικό κυρίως χαρακτήρα, αναδιαμορφώθηκε στη συνέχεια για να περιλάβει κτήρια που χρησιμοποιήθηκαν ως κατοικίες, ενώ γύρω του αναπτύχθηκε μικρός οικισμός που προστατευόταν από τα τείχη ενός εξωτερικού περιβόλου.
Το μικρό διώροφο φρούριο έχει κάτοψη σε σχήμα σταυρού, σπάνια στην οχυρωματική αρχιτεκτονική του ελλαδικού χώρου. Οι κεραίες του σταυρού έχουν προσανατολισμό προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Στον άξονα βορρά-νότου απολήγουν σε εξαγωνικούς προμαχώνες. Στην ανατολική κεραία ανοίγεται η μοναδική είσοδος στο φρούριο, η οποία διαθέτει επιμελημένο λαξευτό πλαίσιο. Πάνω από την πύλη διατηρείται πλάκα που είχε πιθανώς επιγραφή, σήμερα χαμένη, ανάμεσα σε δύο ανάγλυφες ημισέληνους. Το ισόγειο χρησίμευε ως αποθηκευτικός χώρος, είχε βοηθητικές χρήσεις και δεν διέθετε άλλα ανοίγματα εκτός από τις τυφεκιοθυρίδες. Στον όροφο, που διέθετε παράθυρα για καλύτερο φωτισμό, τζάκια για τη θέρμανση και τυφεκιοθυρίδες για την άμυνα, διέμενε η φρουρά. Η κίνηση των στρατιωτών και η μεταφορά οπλισμού και εφοδίων από το ισόγειο στον όροφο και στις πλατείες των προμαχώνων γινόταν από κεκλιμένα επίπεδα/ράμπες. Σύμφωνα με απεικόνιση του 1896, το φρούριο, με εξαίρεση τους προμαχώνες, καλυπτόταν με ξύλινη στέγη.
Το φρούριο Πέντε Πηγάδια είναι κτισμένο σε βραχώδες ύψωμα, στο μέσο περίπου της ορεινής διαδρομής που συνέδεε τα αστικά κέντρα της Άρτας και των Ιωαννίνων. Σήμερα δεσπόζει πάνω από τον σύγχρονο αυτοκινητόδρομο της Ιόνιας οδού. Η τοποθεσία στο ορεινό αυτό πέρασμα προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων αποτελούσε σταθμό της παλαιάς ημιονικής διαδρομής. Διέθετε άφθονο νερό, τα πέντε πηγάδια από τα οποία προέρχεται η ονομασία της θέσης, και χάνι, δηλαδή σταθμό ανεφοδιασμού και ανάπαυσης των ταξιδιωτών.
Κτισμένο σε στρατηγική και περίοπτη θέση στο δυτικότερο ακρωτήριο της Πελοποννήσου, στην κορυφή του λόφου Χελωνάτα, το κάστρο Χλεμούτσι δεσπόζει στον κάμπο της Ηλείας εποπτεύοντας παράλληλα το Ιόνιο πέλαγος μέχρι τις ακτές της Αιτωλοακαρνανίας. Η θέση αυτή εξασφάλιζε την προστασία της περιοχής, που αποτέλεσε το κέντρο του φραγκικού Πριγκιπάτου της Αχαΐας, και κυρίως της πρωτεύουσάς του Ανδραβίδας και του κοντινού λιμανιού της Γλαρέντζας. Οι Φράγκοι ιδρυτές του το ονόμασαν Clermont ή Clairmont, οι Έλληνες Χλουμούτζι και αργότερα Χλεμούτσι, πιθανόν κατά παραφθορά του γαλλικού ονόματος, ενώ οι Βενετοί Castel Tornese, επειδή θεώρησαν λανθασμένα ότι εδώ βρισκόταν το φράγκικο νομισματοκοπείο των τορνεσίων (deniers tournois) της Γλαρέντζας.
Ο περίκεντρος ναός διέθετε εντυπωσιακό ορθογώνιο αίθριο, με το οποίο επικοινωνούσε μέσω τριών θυρών. Το δάπεδό του ήταν στρωμένο με λευκές μαρμάρινες πλάκες, ενώ οι περιμετρικές στοές κοσμούνταν με μαρμαροθετήματα και μαρμάρινες επενδύσεις. Στο κέντρο της αυλής υπήρχε δεξαμενή συλλογής βρόχινου νερού, ενώ στους γύρω χώρους στεγάζονταν βοηθητικές λειτουργίες του συγκροτήματος.
Ο περίκεντρος ναός (ροτόντα) στην παλαιοχριστιανική ακρόπολη της αρχαίας Αμφίπολης ξεχωρίζει για το κυκλικό του σχήμα, ασυνήθιστο για τα παλαιοχριστιανικά μνημεία της Μακεδονίας. Τα πλούσια μαρμάρινα μέλη και η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του δείχνουν πως επρόκειτο για ένα σημαντικό χριστιανικό μνημείο. Ναοί αυτού του τύπου συνδέονταν συχνά με ειδικές χρήσεις, όπως βαπτιστήρια, μαυσωλεία ή μαρτύρια - χώρους αφιερωμένους στη μνήμη μαρτύρων. Η Αμφίπολη, ως πόλη που επισκέφθηκε ο Παύλος, εξελίχθηκε σε σημαντικό χριστιανικό κέντρο ήδη από τους πρώτους αιώνες της νέας θρησκείας. Ωστόσο, παραμένει άγνωστο ποιο πρόσωπο ή ποια λατρεία συνδεόταν ακριβώς με αυτό το μνημείο.
Το ιερό της Ήρας Ακραίας στην Περαχώρα λειτούργησε από τη γεωμετρική έως τη ρωμαϊκή περίοδο. Άκμασε ιδιαίτερα από τον ύστερο 8ο έως και τον 6ο αιώνα π.Χ. (εποχή πολιτικής και οικονομικής ισχύος της Κορίνθου), όπως μαρτυρά το πλήθος και η ποιότητα των αναθημάτων. Μετά από ένα διάστημα ύφεσης της δραστηριότητας κατά τον 5ο αιώνα π.Χ., η νέα ακμή του ιερού στο τέλος του 4ου και τον πρώιμο 3ο αιώνα π.Χ. συνδέεται με τον βασιλιά της Μακεδονίας Δημήτριο Πολιορκητή. Η ρωμαϊκή κατάκτηση της Κορίνθου το 146 π.Χ. σημαίνει και το τέλος ζωής του ιερού. Ίχνη ενός γεωμετρικού αψιδωτού οικοδομήματος ήρθαν στο φως κατά τις ανασκαφικές έρευνες στο χαμηλότερο πλάτωμα του ιερού, δίπλα στη θάλασσα. Λίγο δυτικότερα, ανεγέρθηκε κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. ένας δωρικός ναός, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου οικοδομικού προγράμματος. Ο βωμός του στα ανατολικά έχει ιδιαίτερη μορφή, με μετόπες και τρίγλυφα στις τέσσερις πλευρές. Σε μια δεύτερη φάση, τον 4ο αιώνα π.Χ., προστίθεται περιμετρικά ιωνική κιονοστοιχία.